Καλλιθέα, ένας προσφυγικός Δήμος.

«Δὲν εἶχον δυστυχῶς τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀσχοληθῶ ὅσον ἐπεθύμουν εἰς ἀρχαιολογικὰς μελέτας· ἀλλ’ ὡς κοινὸς παρατηρητὴς τῶν περιχώρων τῆς κατοικίας μου σημειῶ ἁπλῶς ὅτι ἐξ ὅλων τῶν ἐγγυτέρων καὶ τῶν ἀπωτάτων σημείων αὐτῆς περικυκλούμαι ὑπὸ τῶν ἀρχαϊκωτέρων ἀναμνήσεων. Περιοριζόμενος ἐνταῦθα νὰ μνημονεύσω μόνον τὰ ἐγγύτερα, παρατηρῶ ὅτι ἀνὰ πᾶσαν ἀνέφελον ἀνατολὴν καὶ δύσιν τοῦ ἡλίου ἐν τῷ Ἀττικῷ ὁρίζοντι διαγράφονται πρὸ τῶν παραθύρων μου, εὐκρινέστερον δὲ ἀπὸ ἠλιοστασίου, αἱ μαγευτικαὶ γραμμαὶ τοῦ Παρθενῶνος καὶ τῶν Προπυλαίων, ἐμφανιζομένων βορειότερον, ὡς ἐν μεγαλοπρεπεῖ φυσικῷ πλαισίῳ, τῶν ὑψωμάτων, ἀπὸ τῶν Κιμωνείων μνημάτων (στὰ δυτικὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου) καὶ τῶν ἐν τῇ Κραναὰ (ἐννοεῖ τὴν Ἀκρόπολη) τρωγλῶν, μέχρι τῶν λόφων τῆς Πνυκός, τοῦ Μουσείου, ἐφ’ οὐ καὶ τὸ μνημεῖον τοῦ Φιλοπάππου. Εἰς τὸ βάθος ὑψοῦνται αἱ κορυφαὶ τῆς Πάρνηθος, τοῦ Βριλυσσοὺ (Πεντέλης), τοῦ Ὑμηττοῦ».
Γεώργιος Φιλάρετος (1848-1929)


Tον Μάιο 1934, ο νεοσύστατος τότε Δήμος Καλλιθέας με δήμαρχο τον Ιωάννη Αραπάκη επέλεξε ως έμβλημά του τον Θησέα, τον σημαντικότερο αρχαίο ήρωα της Αττικής. Το όνομά του έχει δοθεί επίσης και στον μεγαλύτερο δρόμο του δήμου, τη λεωφόρο Θησέως, που σήμερα είναι γνωστή ως Ελευθερίου Βενιζέλου.

Η Καλλιθέα ακόμα και σαν Κοινότητα ήταν μία από τις πρώτες που συγκέντρωσαν πρόσφυγες, κυρίως από τη Κερασούντα, την Τρίπολη και τη Τραπεζούντα και μάλιστα από το 1919 όπου στην περιοχή του σκοπευτηρίου είχαν εγκατασταθεί περίπου 500 οικογένειες. Αυτό έγινε σε έναν περιφραγμένο χώρο που περιγράφονταν τότε ως βαλτότοπος, και η στέγαση τους ήταν σε πρόχειρες αυτοσχέδιες κατασκευές καθώς το ελληνικό κράτος δεν μερίμνησε σε τίποτα, τουλάχιστον όχι στην αρχή.
Εδώ πρέπει να αναφέρουμε την δράση την εποχή εκείνη του Κωνσταντίνου Μαντζαγριωτάκη, ιατρού και στρατηγού του Ελληνικού Στρατού και ευεργέτη της περιοχής Καλλιθέας και την ειδική μέριμνα που κατέβαλλε για τους πρόσφυγες και που ξεκίνησε ήδη από την πρώτη περίοδο των διωγμών.

Το «Μικρασιατικό Ημερολόγιο» αναφέρει χαρακτηριστικά: «…Τον Αύγουστο του 1915 μετέβη στη Μυτιλήνη, όπου διορίστηκε Ανώτερος Διοικητής της Χωροφυλακής των νήσων του Αιγαίου Πελάγους. Εκεί άρχισαν να καταφεύγουν οι δεινοπαθούντες και καταδιωκόμενοι Έλληνες της Μ. Ασίας και άλλων μερών της Τουρκίας και της Βουλγαρίας, υπέρ των οποίων μεριμνούσε ακούραστα και από τους οποίους αγαπήθηκε σαν πατέρας…»

Tην περίοδο του μεγάλου ξεριζωμού, από το 1919 και κυρίως το 1922-23 o Καλλιθεάτης Στρατηγός αγωνίστηκε για τη στέγαση και την περίθαλψή τους. Το «Μικρασιατικό Ημερολόγιο» τον χαρακτηρίζει ως έναν από τους «εν τη πρώτη γραμμή δρώντας δια την Εθνικήν ημών πρόοδον».
Ο Κωνσταντίνος Μαντζαγριωτάκης υπηρέτησε 41 χρόνια την Πατρίδα και τιμήθηκε με παράσημα ελληνικά και ξένα. Στις 27 Ιουλίου 1931 απεβίωσε αφήνοντας στην τότε Κοινότητα της Καλλιθέας ένα σημαντικότατο κληροδότημα. Στην διαθήκη του όρισε να περιέλθει η διώροφη κατοικία του επί της οδού Αμφιτρίτης (που μετονομάσθηκε με απόφαση της Κοινότητας σε «Στρατηγού Μαντζαγριωτάκη»), στην Κοινότητα μετά τον θάνατο της συζύγου του Ελένης. Όρισε, ακόμη, τα εισοδήματα από τα καταστήματα της οικίας, που δεν θα χρησιμοποιούσε η Κοινότητα, θα προσφέρονταν για να «υπανδρεύεται δια κλήρου μία κόρη εκ των δέκα πτωχοτέρων οικογενειών της Καλλιθέας».

Με την έλευση του φθινοπώρου 1922 έφτασαν στην Καλλιθέα πάνω από 20.000 πρόσφυγες από τον Πόντο, την Καππαδοκία, την Κωνσταντινούπολη και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Εκτός του συνοικισμού του Σκοπευτηρίου, δημιουργήθηκαν οι συνοικισμοί των Τζιτζιφιών και των Παλαιών Σφαγείων και λόγο του υπέρογκου αριθμού οι τότε κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να κινητοποιηθούν με ότι μέσα είχαν για την αποκατάσταση τους.

Το 1925, με το Σωματείο «Η Πρόοδος», οι πρόσφυγες ανέπτυξαν σημαντική δράση, ενώ λίγο αργότερα δημιούργησαν κι άλλους συλλόγους και σωματεία. Παράλληλα εξέδιδαν εφημερίδες και περιοδικά και οργάνωσαν νυκτερινή σχολή για τη μόρφωση των παιδιών τους.

Από το 1928 όπου ανέλαβε ξανά πρωθυπουργός ο Ελευθέριος Βενιζέλος άρχισε η επιχείρηση της οριστικής στέγασης των προσφύγων στη Καλλιθέα, κάτι που θα διαρκέσει πολλά χρόνια. Δύο σύλλογοι γεννήθηκαν επίσης αυτή την περίοδο για να αναπτύξουν επίσης μεγάλο κοινωνικό και πολιτιστικό έργο: ο Σύλλογος Ποντίων Αργοναύτες-Κομνηνοί το 1927 και ο Σύλλογος Κωνσταντινουπολιτών το 1928.

Πρώτα χτίζονται οι μονώροφες και διώροφες κατοικίες του συνοικισμού της Νέας Ζωής το 1930, στην περιοχή από Μυκηνών – Ηρακλέους – Φιλαρέτου – Δαβάκη μέχρι τη Συγγρού. Αρχίζει επίσης τότε να απαλλάσσεται η σημερινή οδός Δαβάκη (τότε Δήμητρος) από τις ξύλινες παράγκες.

Από τα πρακτικά του κοινοτικού συμβουλίου της περιόδου στα μέσα Οκτωβρίου 1930, πληροφορούμαστε ότι: «[...] αἱ ὁδοὶ Ἑσπερίδων, Ἀμαζόνων, Ἀριστείδου, Σοφοκλέους καὶ Ἀνδρομάχης ἀπὸ τῆς ὁδοῦ Γ. Φιλαρέτου ἕως ὁδοῦ Σκρᾶ εἶναι κεκλισμέναι ἐντελῶς, καθόσον ἐντὸς τοῦ τετραγώνου αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1922 καὶ ἐντεῦθεν ἐγκατεστάθησαν διάφοροι πρόσφυγες τοῦ συνοικισμοῦ Σκοπευτηρίου, ἀνεγείραντες μικροδωμάτια ἐκ πλίνθων ἰδίαις δαπάναις καὶ δὴ ἐντὸς τῶν ὡς ἄνω ὁδῶν, μέχρι τῷδε ἡ ἐξ ἐκεῖθεν ἀπομάκρυνσις ἦτο ἀδύνατος, ἣδη ὅμως ὁπότε τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας καὶ Δημοσίας Ἀντιλήψεως ἀνήγειρεν ἐν Καλλιθέᾳ καὶ πλησίον τῆς λεωφόρου Συγγροῦ περὶ τάς 200 λιθόκτιστους οἰκίας, ἡ ἀπομάκρυνσίς τους προσέκρουε αὓτη εἰς τὸ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας ἠξίου ὅπῃ ἑκάστη τούτων προκαταβάλῃ ἀνὰ 5 ὁμολογίας τῶν ἀνταλλαξίμων καὶ οὕτω θὰ ἐλάμβανε οἴκημα. Πλεῖστοι ὅμως ἐξ αὐτῶν εἶναι ὁμολογουμένως ἄποροι, μὴ δυνάμενοι πληρώσωσι τὴν ἀπαιτουμένην προκαταβολήν, ὅτι εἰς τὴν Κοινότητα συμφέρει νὰ ἐξεύρῃ λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἀφενός ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ ῥυμοτομία τῶν ἐν λόγῳ κεκλισμένων ὁδῶν καὶ χάριν τῆς ἀραιώσεως τοῦ Συνοικισμοῦ τοῦ Σκοπευτηρίου, γεγονὸς ἐπιβεβλημένον διὰ τὴν ὑγιεινὴν κατάστασιν τῶν ἐν αὐτῷ διαμενόντων προσφύγων [...] τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον ἀποφαίνεται ὅτι τὸ διαμεμισθωμένον ποσὸν εἰς τοὺς ἀπόρους πρόσφυγας διατεθῇ ὡς δωρεὰ τῆς Κοινότητος πρὸς αὐτοὺς».

Ακολουθούν ο συνοικισμός Νέος Πόντος στην περιοχή Καψάνη (όπου βρίσκονταν το εργοστάσιο της Περαϊκής Πατραϊκής) με διώροφες κατοικίες και κατόπιν η Ανδρομάχης, η Αγία Ελεούσα, τα Παλαιά Σφαγεία, οι Τζιτζιφιές. Το 1930 οι πρόσφυγες, με εθελοντική εργασία, έχτισαν σε ελάχιστο χρόνο τον ξύλινο ναό του Αγίου Νικολάου δίπλα στο Σκοπευτήριο, στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα η ομώνυμη εκκλησία.

Απελευθερώνεται επίσης το Σκοπευτήριο, που θα φιλοξενήσει Δημοτικό Σχολείο και το Γυμνάσιο Αρρένων και Θηλέων εκ περιτροπής.

Στη δεκαετία του 1930 συνεχίζεται η έλευση προσφύγων, κυρίως Ποντίων από τη Σοβιετική Ένωση (μετά τη μεταβολή της πολιτικής του Στάλιν περί μειονοτήτων), καθώς και προσφύγων από την Κωνσταντινούπολη και την Ανατολική Θράκη. Παράλληλα εγκαθίστανται στην πόλη εσωτερικοί μετανάστες, κυρίως από την Κρήτη και την Πελοπόννησο (Λακωνία). Έτσι το 1940 η Καλλιθέα αριθμεί πάνω από 36.000 κατοίκους.

Έπειτα από τις εκλογές της 4ης Απριλίου 1934, νικητής αναδείχτηκε ο Ιωάννης Αραπάκης, ο οποίος ανακηρύχθηκε πρώτος δήμαρχος Καλλιθέας, εφόσον ήδη η κοινότητα είχε προαχθεί σε δήμο (Φ.Ε.Κ. Α΄ αρ. 109/7-5-1933).

Το 1939 ξεκινά καινούργιο πρόγραμμα στέγασης, που θα ολοκληρωθεί στις Τζιτζιφιές αλλά θα αφήσει ημιτελείς πολλές άλλες κατοικίες λόγω του πολέμου του 1940. Η οριστική λύση θα δοθεί μόλις το 1954, όταν αποπερατώνονται όλες οι ημιτελείς κατοικίες και στους υπόλοιπους πρόσφυγες δίνεται οικόπεδο και δάνειο για αυτοστέγαση.

Μετά την δεκαετία του 1960 η Καλλιθέα συνεχίζει να δέχεται εσωτερικά μεταναστευτικά ρεύματα. Με το κλείσιμο όμως των μεγάλων βιομηχανικών μονάδων, όπως «Πειραϊκή Πατραϊκή», «Ελβιέλα», «Ιζόλα» και «Γλάρος», καθώς και η μεταφορά του αμαξοστασίου στον σταθμό Αττικής, η μορφή της πόλης άρχισε να αλλάζει από εργατικό σε ποιο εμπορικό χαρακτήρα μιας και εκατοντάδες εργατικές οικογένειες έχασαν τις δουλειές τους.

Πλέον η πλειονότητα των κατοίκων κατά τη δεκαετία του 1970 ήταν υπάλληλοι του ευρύτερου δημόσιου τομέα, επαγγελματοβιοτέχνες, ελεύθεροι επαγγελματίες και μικροεισοδηματίες. Πρέπει να αναφέρουμε επίσης ότι κατά την ίδια περίοδο πολλές προσφυγικές οικογένειες παίρνοντας δάνεια αυτοστέγασης εγκατέλειψαν την Καλλιθέα και εγκαταστάθηκαν στη Νέα Σμύρνη, τον Ταύρο, τον Περισσό και σε άλλες περιοχές. Η εικόνα της Καλλιθέας, όπως ήταν αναμενόμενο, είχε αλλάξει από τα τέλη της δεκαετίας του 1960.

Ο Τριαντάφυλλος Τριανταφυλλίδης παρατηρεί: «[…] Ἀπὸ τοῦ 1967-68 καὶ ἐντεῦθεν, ἡ ὕψωσις πολυκατοικιῶν ἐγενικεύθη καθ’ ὅλην τὴν πόλιν, ἐπεκτάθη δὲ κατὰ τὰ ἑπόμενα χρόνια. Το 1967 κατεδαφίσθη ἡ οικία Κρέμου, ὁμοίως δὲ, το 1970 και ἡ ἐπί τῆς πλατείας Κύπρου οἰκία Βωτύ» Επιπλέον, σε συζητήσεις των δημοτικών συμβούλων στα τέλη της δεκαετίας του 1970, επισημαίνονταν τα εξής: «Γιγαντιαῖα κτήρια ὑψώθησαν παντοῦ, ἡ δὲ κίνησις των τροχοφόρων εἰς τὸ κέντρον δημιουργεῖ ὡρισμένας ὥρας ἐντύπωσιν φρενίτιδος. Κατά τὴ σημερινήν ἐποχὴν τῶν πολυκατοικιῶν καί τῶν διαμερισμάτων, ὁ ἄλλοτε συσχετισμός (μεταξὺ τῶν παλαιῶν καὶ τῶν νέων κατοίκων τῆς πόλης) εἶναι δύσκολος καὶ ἀδύνατος. Εἰς τὴν διαρκῶς ἐξελισσομένην αὐτὴν μεγάλην ἐμπορικήν πόλιν ἡ ζωὴ προσαρμόζεται εἰς τὸν σύγχρονον ἒντονον μηχανικόν ρυθμὸν τῆς προόδου»

 Πηγές:

Mikrasiatis και το Λεύκωμα του Δήμου Καλλιθέας: Καλλιθέα - Όψεις της ιστορίας του δήμου και της πόλης

                                                                                               
Pennie
Καράτε Πειραιάς
Fat Rat Tattoo
Καϊμάκι Γιώργος
Shotokan Bikas
Follow Us Instragram